Η ΓΛΩΣΣΑ

Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται ακόμα να ξεπεράσουν το κόλλημά τους. Αραγε πόσοι έχουν καταλάβει τον σημαντικότατο ρόλο που έπαιξε το λαϊκό τραγούδι στο να αποκτήσουν οι Ελληνες μια κοινή γλώσσα! Τη γλώσσα που μεταχειρίζονταν οι απλοί προικισμένοι καλλιτέχνες στα καφενεία και τα πάλκα της Σμύρνης, της Πόλης και της Σύρας, στην Αθήνα, τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη και τα Τρίκαλα.

Οταν, στις δεκαετίες ’50-’60, ο Ελληνας της επαρχίας μιλούσε με την τοπική διάλεκτο και προφορά, στα σχολεία επίσημη γλώσσα ήταν η καθαρεύουσα και οι πολιτικοί, οι δικηγόροι, οι δεσπότες και οι χωροφύλακες μιλούσαν μειξοκαθαρευουσιάνικα, ο Τσάντας, η Παπαγιαννοπούλου και ο Βίρβος έγραφαν σε μια γλώσσα ενιαία, απλή, πλούσια και εύχρηστη! Μόνο το λαϊκό τραγούδι «μιλούσε» την κοινή νεοελληνική γλώσσα.

Το λαϊκό τραγούδι ήταν το μεγάλο σχολείο της γλώσσας, σε εθνική κλίμακα, με συνοδοιπόρο το λαϊκό σινεμά, το Λογοθετίδη, τη Βουγιουκλάκη, τον Ηλιόπουλο, τη Λαμπέτη…

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ο Καζαντζίδης ήταν εύκολο να γίνει θύμα, γιατί ήταν ξεκομμένος, δεν σκεφτόταν δημοσιοσχεσίτικα και είχε πάθη. Ενας σύγχρονος σταρ θα άφηνε τους δικηγόρους να χειριστούν τη διαφορά του με το Νικολόπουλο. Εκείνος, εκτός εαυτού, έπεσε στα σαγόνια της τηλεόρασης, περιστοιχισμένος από υποστηρικτές του που δεν έβλεπαν τίποτα άλλο από το ίνδαλμά τους.

Ηπλήρης ταύτισή του με το λαϊκό τραγούδι δεν επιδέχεται την παραμικρή αμφισβήτηση. Ανεπηρέαστος από τις ευμετάβλητες μόδες και τάσεις, ο Καζαντζίδης δεν πέρασε ποτέ τις διαχωριστικές γραμμές. Η επικαιρότητα τον αφήνει ασυγκίνητο.

Πιστεύει βαθιά ότι το λαϊκό τραγούδι αγγίζει την ανθρώπινη ψυχή και ότι είναι αναντικατάστατο. Εχει την απόλυτη βεβαιότητα ότι το λαϊκό τραγούδι είναι πλήρες και επαρκές για να εκφράσει τα δικά του συναισθήματα και των ακροατών του. Πεποίθηση που επιβεβαιώνεται από την απήχησή του.

Δεν τον αγγίζουν αυτά που καθορίζουν τις επιλογές και τις συμπεριφορές των νεότερων τραγουδιστών. Τους παρατηρεί αδιάφορα, να αλλάζουν ρεπερτόριο, ήχο, κούρεμα, καπέλο, να προσθέτουν φώτα και εφέ, να στήνουν μηχανισμούς δημοσίων σχέσεων, να έχουν άποψη επί παντός, να είναι μέσα σ’ όλα, να διαφημίζουν προϊόντα και να φλερτάρουν με την εξουσία. Το λαϊκό τραγούδι τον καλύπτει εκφραστικά και επικοινωνιακά πλήρως. Του καλύπτει και τα καθημερινά έξοδα. Μέχρις εκεί.

Σε μια μεγάλη συζήτηση που είχαμε κάνει το 1979 (περιοδικό «Μουσική», τ. 29), εγώ έψαχνα τρόπους για να τον επαναφέρουμε στο τραγούδι κι αυτός μου έλεγε πόσο ανησυχεί που η ανεξέλεγκτη αλιεία με τις τράτες καταστρέφει το γόνο των ψαριών! Για τον Καζαντζίδη, το τραγούδι δεν ξέπεσε σε καριέρα.

Η τελευταία κουβέντα είναι του Ζαμπέτα: «Λάρισα, 1958. Πηγαίνοντας για το ξενοδοχείο, ήταν έξω ένας κάθε βράδυ που πούλαγε στραγάλια και σταφίδες. Μου λέει μια μέρα, που με έβλεπε να περνάω με το μπουζούκι, παλικάρι μου να σε ρωτήσω κάτι; Αυτός ο άνθρωπος που τραγούδαγε πριν από σας εδώ, πότε θα ξανάρθει πάλι; Αυτός ήρθε, παλικάρι μου, δέκα μέρες κι εγώ αυτές τις μέρες έφτασα να μαζέψω από τα στραγάλια 200.000 δραχμές και τώρα θα παντρέψω το κορίτσι μου! Τώρα με σας, βγάζω 40 δραχμές τη μέρα. Τι να κάνω;