ΤΟ ΕΝΤΕΧΝΟ

image_29«Οταν ο Στέλιος Καζαντζίδης τραγούδησε το “Βράχο – βράχο”, που έσπασε τότε όλα τα ρεκόρ πωλήσεων, ήταν ήδη ένας βασιλιάς του λαϊκού τραγουδιού» έχει γράψει ο Μίκης Θεοδωράκης.

Ακόμα κι αυτοί που υποστήριζαν το έργο το δικό του και τού Χατζιδάκι αδυνατούσαν να αντιληφθούν όχι μόνο τη γενικότερη αξία, αλλά και την ιδιαίτερη συμβολή του Καζαντζίδη στη διαμόρφωση του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού. Από άγνοια και προκατάληψη. Ο Καζαντζίδης, ως μέλος της άτυπης ομάδας Χιώτη-Παπαδόπουλου-Καρνέζη-Μπιθικώτση-Γαβαλά-Μαρινέλλας κ.ά., έδωσε σχήμα και χρώμα στα πρώτα, τα πιο αγαπημένα λαϊκά τραγούδια του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, τα οποία αποτέλεσαν το μοντέλο πάνω στο οποίο χτίστηκε το οικοδόμημα του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού.

Σε μια εποχή που ο Καζαντζίδης τραγουδούσε «Ο,τι αγαπάω εγώ πεθαίνει» του Απόστολου Καλδάρα, «Την πόρτα μη μου κλείνεις» του Γιώργου Λαύκα, «Παίξε Χρήστο το μπουζούκι» του Βασίλη Τσιτσάνη και δεκάδες τραγούδια για την αγάπη, την ξενιτιά, τη φτώχεια και τον κατατρεγμό, με τη δική του φωνή το κοινό αγκάλιασε και τραγούδησε «Βράχο-βράχο», «Παράπονο» (Μ.Θ. – Δ. Χριστοδούλου), «Σαββατόβραδο» (Μ.Θ. – Τ. Λειβαδίτη), «Ο κυρ Αντώνης», «Το πέλαγο είναι βαθύ» (Μ.Χ.), αλλά και «Καταχνιά» και «Δεν θέλω να μου δέσετε τα μάτια» (Χρ. Λεοντή – Κ. Βίρβου) και πολλά άλλα!