Ο Αντρέας Κουμπούρας, ιδιοκτήτης της ταβέρνας θυμάται για τη συνάντηση

Κορυδαλλός, τρεισήμισι το μεσημέρι, έξω από την ταβέρνα του Κουμπούρα, πριν από λίγα χρόνια. Η κυκλοφορία έχει σταματήσει. Αφωνοι οι οδηγοί χαζεύουν δύο άντρες αγκαλιασμένους στη μέση του δρόμου: Είναι ο Στέλιος Καζαντζίδης και ο Ακης Πάνου. Φυλακισμένος ο δεύτερος… «Μα είναι δυνατόν;». Και όμως ήταν.

Αγνωστον πώς (το μυστικό το ‘χουν πάρει μαζί τους), ο Ακης Πάνου, ήδη χτυπημένος από την αρρώστια, κατάφερε να εκπληρώσει μια μεγάλη επιθυμία του: να δει για μια τελευταία φορά τον φίλο του το Στέλιο.
«Στέλιο σου ‘χω μια έκπληξη!», του είπε εκείνο το μεσημέρι ένας κοινός φίλος που σύχναζε στην ταβέρνα του Κουμπούρα, αγαπημένο στέκι του Καζαντζίδη. «Ο Ακης ήταν έξω, κρυμμένος σ’ ένα αυτοκίνητο», θυμάται ο Αντρέας Κουμπούρας. «Ο Στέλιος, περίεργος, βγαίνει απ’ την ταβέρνα και… παθαίνει πλάκα! Μετά από 5-10 λεπτά -ο κόσμος έξω είχε μείνει- ήρθαν μέσα κι έκατσαν. Ηταν σαν ο Ακης να ήθελε να εξομολογηθεί στο Στέλιο, σ’ όλους μας -ήμασταν 5-6 φίλοι. Το πρώτο πράγμα που είπε ήταν: “Αυτό που έκανα εγώ, οποιοσδήποτε από εσάς θα το είχε κάνει νωρίτερα…” Μας μίλησε για τον άντρα που πίστευε πως εκμεταλλευόταν την κόρη του».

Ο Στέλιος ζήτησε από τον Αντρέα και τη γυναίκα του τη Γιώτα να βάλουν τα 6 τραγούδια του Ακη που είχε ερμηνεύσει. «Η ζωή μου όλη…» «Κοιτάζονταν στα μάτα. Δάκρυσαν» Αργότερα, συζήτησαν και για τα τραγούδια της φυλακής που ο Πάνου προόριζε για τον Στέλιο…» Δεν έμελλε να τα τραγουδήσει ποτέ.
«Εφαγαν, ήπιαν κρασάκι, έμειναν 2-3 ώρες. Θυμόντουσαν τα παλιά, τις συνεργασίες τους. Ο Πάνου κάπνιζε σαν φουγάρο. Ο Στέλιος το είχε κόψει -το ξανάρχισε πρόσφατα, λίγο πριν αρρωστήσει».

Ο Στέλιος Καζαντζίδης την είχε αγαπήσει αυτήν την μικρή λαϊκή ταβερνούλα. Το μαγαζί άλλωστε είναι γεμάτο φωτογραφίες του – πάνω στα τεράστια κρασοβάρελα: ο Στέλιος ψαρεύει, ο Στέλιος παίζει μπαγλαμά, ο Στέλιος με τη Μαρινέλα… «Ζήτησε ο ίδιος να μπουν».

«Εδώ ήταν το καταφύγιο του τα τελευταία επτά χρόνια. Ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα. Τον τελευταίο χρόνο προτιμούσε να τρώμε παρέα τα μεσημέρια που είμαστε κλειστά», θυμάται η Γιώτα. «Αυτή ήταν η προσωπική του καρέκλα», μας δείχνει συγκινημένη μια διαφορετική, ξύλινη. «Την πήραμε ειδικά γι’ αυτόν. Στις άλλες δεν βολευόταν….».

Τα μεσημέρια συχνά τραγουδούσε. «Τα βράδια βέβαια κάναμε τρικούβερτα γλέντια. Οταν μαθεύτηκε ότι ερχόταν έγινε μπαμ. Από εδώ έδινε όλες του τις συνεντεύξεις τότε με τον Νικολόπουλο».

Τα βράδια τούς ζητούσε να βάζουν Cd. «Με τα δικά του τραγούδια. Καμιά φορά και με τούρκικα. Του άρεσαν πολύ. Οταν όμως τραγουδούσε, τρίζαν τα τζάμια των απέναντι. Την τελευταία Κυριακή πριν πεθάνει πήγαμε και τον είδαμε. Τον γυρίσαμε στο κρεβάτι και βόγγηξε. Ε, το βογγητό του ήταν σαν να στάζει μέλι από κερήθρα…»