Η ΣΙΩΠΗ

image_31Ομετρ της δισκογραφίας Τάκης Β. Λαμπρόπουλος, ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης διέγνωσαν εγκαίρως ότι οι μελοποιημένοι στίχοι των ποιητών θα βρουν την ιδανικότερη έκφρασή τους με τη φωνή και το αίσθημα των λαϊκών τραγουδιστών! Και σ’ αυτό συμφώνησαν και οι ίδιοι οι ποιητές, ο Γκάτσος, ο Ρίτσος, ο Βάρναλης, ο Λειβαδίτης, ο Χριστοδούλου κ.ά.!

Χωρίς την «εμπλοκή» αυτής της εκλεκτής λαϊκής ομάδας, ίσως το «έντεχνο», με τις ενδιαφέρουσες αλλά σε άλλο μήκος κύματος ερμηνείες του Λάκη Παπά και της Ντόρας Γιαννακοπούλου, να είχε εντελώς άλλη πορεία και τύχη.

Αυτή η συνεισφορά του Καζαντζίδη αποσιωπήθηκε, γιατί η αναγνώρισή της θα εξουδετέρωνε τη βασική μομφή των επικριτών του, ότι «τραγουδάει κλαψιάρικα»!

Ασφαλώς, δεν ήταν δυνατόν να αρέσει σε όλους, αλλά η απόρριψή του είχε περισσότερο κοινωνική παρά στενά αισθητική τεκμηρίωση. Ενοχλεί η θεματολογία των τραγουδιών, η εντοπιότητα της μουσικής, η αμεσότητα της λαϊκής έκφρασης, το ίδιο το κοινό που καθρεφτίζεται μέσα σ’ αυτά τα τραγούδια. Ενα αγροτόπαιδο από τη Δράμα που περιφέρεται με έναν μπόγο στο σταθμό του Μονάχου και ένας μουντζουρωμένος ανθρακωρύχος που δουλεύει γονατιστός σε κάποια στοά του Βελγίου δεν είναι ευχάριστα θέματα για να τραγουδιούνται στα σαλόνια και τα ακριβά εστιατόρια. Δεν είναι light και έχουν αγκάθια.