Ενας πρωθιερέας στα Ελευσίνια Μυστήρια…

«Σαν σήμερα (σ.σ. χθες) πριν από τρία χρόνια πέθανε ο σπουδαιότερος τραγουδιστής της μεταπολεμικής Ελλάδας, ο Στέλιος Καζαντζίδης, ή επί το προσφιλέστερο, ο Στελάρας. Ετάφη δε στην Ελευσίνα κι έκτοτε τείνει να γίνει ένα μυστήριο για το νεοελληνικό πολιτισμό, αφού χιλιάδες απλοί πολίτες εμμένουν στην ολκή του, ιδρύοντας ολοένα συλλόγους φίλων Στέλιου Καζαντζίδη.

Με το παρόν κείμενο, ούτε ρεπορτάζ κάνω ούτε μνημόσυνο. Ανοίγω την ψυχή μου και εξομολογούμαι: αν επτά άνθρωποι επηρέασαν τη ζωή μου, επτά σαμουράι, ένας απ’ αυτούς ήταν ο Στελάρας. Οχι τόσο γιατί τραγουδούσε για το λαό, όχι γιατί η τέλεια και τέλεια αισθησιακή, αδρή φωνή του βάζει ακόμη φωτιά στις πίστες και το διονυσιασμό μας, καθώς ήταν και είναι ο κύριος αγωγός μας απ’ την Ανατολή, όσο για τη μαγεία, στο άδυτο μιας καλλιτεχνικής περίπτωσης που κατόρθωσε ν’ ανοίγει την μπροστινή πόρτα προς την έκσταση, την άγρια χαρά, το χορό της φωτιάς.

Ακούγοντας το πρώτο του τραγούδι “Καλέ κοπέλα, για μπάνιο πάω κι αν θέλεις έλα” του Απ. Καλδάρα, σκας στα γέλια. Ακούγοντας όμως το “Γυρίζω από τη νύχτα” μένεις σύξυλος. Νιώθεις ότι πρόκειται περί πρωθιερέα στα ελευσίνια μυστήρια. Εκεί αποκαλύπτεται η ψυχή της Ελλάδας μ’ ανοιγμένα τα φτερά, χωρίς τεχνολογίες και μάρκετινγκ.

Τραγούδησε και πολλά μελό, αφού τραγούδησε πάνω από 1.000 τραγούδια. Ομως και σ’ αυτά φώτιζε κάτι. Είχε ανακαλύψει ένα νέο τρόπο τραγουδίσματος. Τον οποίο τελειοποιούσε συν τω χρόνω. Αυτό που απόπνεε τελικά ήταν η τελειότητα. Γι’ αυτό όποιος θαρρεί πως μπορεί να τον αγνοήσει, όταν μιλά για το μεταπολεμικό πολιτισμό μας, είναι αδαής έως ανοητούλης ή δρα εκ του πονηρού.

Κι ο ίδιος ήταν δέσμιος της εκπληκτικής φωνής του και του φαινομένου της περίπτωσής του. Συχνάκις η συμπεριφορά του ήταν δραματική έως αντιφατική. Ομως, επιτρέψτε μου να τον πω ελγίνειο και να τον τοποθετήσω δίπλα στη Μαρία Κάλλας. Μου ζήτησε να του γράψω τα τραγούδια της επιστροφής του. Παρ’ ό,τι τον λάτρευα και τον υποστήριζα απριόρι, δίστασα κι αρνήθηκα. Δεν ήθελα να νομίσουν ότι η υποστήριξή μου είχε ιδιοτελείς λόγους και στόχους.

Πάντα μου, όμως, δηλώνω ότι ο Καζαντζίδης με ενέπνευσε τα μέγιστα κι ότι το μικρό μου έργο είναι σιτεμένο στην αύρα του. Θα ήταν ύβρις να πω: αιωνία η μνήμη του. Παρ’ ότι κάποιοι τον θένε βαθιά στη λήθη. Τι να πεις για το φως, για το νερό, τον αέρα; Τα ίδια θα πω και για τον Στελάρα. Οσο υπάρχει Ελλάδα, αυτός θα είναι παρών κι όσο είναι αυτός παρών, θα υπάρχει Ελλάδα.

Δεν τον τίμησαν. Τον υποτίμησαν. Υπήρξαν κατώτεροί του, υφιστάμενοί του, τους συγχωρούμε. Ωριμάζοντας η ελληνική κοινωνία θα καταλάβει. Θα μεταλάβει. Κι όχι μόνο γιατί ήταν αυτός που είπε το τελειότερο “α” στον κόσμο, αλλά γιατί η φύση μέσω αυτού μας πήρε από το χέρι και μας στριφογύρισε στα επτά αετώματα της εκστατικότητας, που είναι αυτή η άυλη ύλη που δίνει νόημα στη ζωή μας».