Ο ΜΥΘΟΣ

image_27Θρύλος εν ζωή. Ο μοναδικός στο ελληνικό τραγούδι. Με ακροατές να ορκίζονται στο όνομά του, να βαφτίζουν τα παιδιά τους με το όνομά του και να σταυροκοπιούνται μπροστά στη φωτογραφία του! Εχω γνωρίσει αρκετούς. Σαν τον «Υπάρχω» στη Σκύρο, τον καλόγερο που ερχόταν από το Αγιο Ορος στο γραφείο μου για να μάθει νέα του και τους φοιτητές από το Αριστοτέλειο που ξεκίνησαν το 1979-80 τη συλλογή υπογραφών για την αποδέσμευσή του από τη Μίνως!

Ομως, αυτή η ανθεκτική μυθοποίηση ανέβαλε επ’ αόριστον την ανάγκη να εκτιμηθεί περισσότερο σε βάθος και πλάτος η αξία και η προσφορά του, ώστε να μην περιορίζεται η αιτία της δημοτικότητάς του σε ένα είδος ρεπερτορίου και στον όγκο της φωνής του.

Σ’ αυτή την καθυστέρηση συνέβαλε η μεγάλη εχθρότητα που αντιμετώπισε το λαϊκό τραγούδι από κοινωνικές ομάδες με επιρροή και εξουσία, αλλά και η δογματική προσέγγιση του μεταπολεμικού τραγουδιού από μερίδα της ρεμπετόφιλης ιντελιγκέντσιας που εκφραζόταν απαξιωτικά για τον Καζαντζίδη. Λογοκρισία και αποκλεισμός από την άρχουσα τάξη, απόρριψη και περιφρόνηση από την πλευρά της αριστεράς, επί δεκαετίες!

Σε μια εμπεριστατωμένη επίμοχθη έρευνα που πραγματοποιήσαμε το 1986 (περιοδικό «Ντέφι», τ. 11), σε μια εποχή που το λαϊκό τραγούδι ήταν δημοφιλές, το κρατικό ραδιόφωνο ανοιγόταν δειλά στον Καζαντζίδη! Καταγράφοντας και αναλύοντας εκατοντάδες ώρες μεταδόσεων των τεσσάρων ραδιοφωνικών σταθμών της ΕΡΤ1 και της ΕΡΤ2, που είχαν το απόλυτο μονοπώλιο σε εθνική κλίμακα, διαπιστώσαμε ότι ο Καζαντζίδης είχε παιχτεί μόλις 18 φορές μέσα σε μια ολόκληρη εβδομάδα, από τους τέσσερις σταθμούς, ήτοι 4,5 τραγούδια του από τον κάθε σταθμό εβδομαδιαίως!!

* Γιατί εμείς, οι φίλοι του Τζορτζ, πρέπει υποχρεωτικά να ανήκουμε στον λαό του Στέλιου;

Δυστυχώς περίμενα αδίκως, αν και το είχα υποψιαστεί. Ο θάνατος του Τζορτζ Χάρισον πέρασε από τη ζωή μας το ίδιο διακριτικά με τον τρόπο που είχε επιλέξει να ζει. Τα κανάλια δεν έπαιξαν την κηδεία του σε απευθείας μετάδοση, οι «φίλοι του Τζορτζ» δεν μαζεύονται κάθε τρεις και λίγο να κλάψουν πάνω από το μνήμα με μπουζούκια και μπαγλαμάδες ούτε φωνάζουν τις κάμερες για να μπεκροπιούν εις μνήμην τραγουδώντας τα τραγούδια του.

Είναι ίσως άνθρωποι διαφορετικής αισθητικής και διαφορετικής ευαισθησίας. Δεν καταλαβαίνουν από πόνο και παράπονο. Δεν έχουν τον λυγμό της Ελλάδας βαθιά μέσα στην ψυχή τους. Αν ερωτηθούν ποιος είναι ο εθνικός μας βάρδος, θα αρχίσουν να ψάχνονται. Και αν χρειαστεί να αναζητήσουν αυτόν που τραγουδάει «τον καημό του λαού», ίσως να αναρωτηθούν πρωτίστως για ποιον ακριβώς λόγο έχει καημό ο λαός.

Δυστυχώς ή ευτυχώς, ανήκω στους φίλους του Τζορτζ. Μεγάλωσα με τη μουσική του Τζον Λένον και του Τζορτζ Χάρισον πολύ προτού πληροφορηθώ ότι υπάρχει άνθρωπος που ακούει στο όνομα Στέλιος Καζαντζίδης.

Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα, αγνοώ αν η Μαντουβάλα είναι γυναικείο όνομα ή συνοικία. Ουδέποτε διασκέδασα στην ιδέα ότι «η ζωή μου όλη είναι ένα τσιγάρο που δεν το γουστάρω αλλά το φουμάρω». Και ποτέ δεν ξεφάντωσα τραγουδώντας «παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια μας, γιατί το άδικο το ζούμε μέσα από την κούνια μας». Ισως επειδή (ντρέπομαι να το ομολογήσω…) ουδέποτε αισθάνθηκα ότι ζω το άδικο μέσα από την κούνια μου. Παρά ταύτα ούτε λιγότερο Έλληνας αισθάνομαι, ούτε λιγότερο λαός.

Θυμάμαι πριν από κάνα δυο χρόνια είχε ξεσπάσει μια από τις συνήθεις τηλεοπτικές αντιδικίες γύρω από το θέμα «ποιος είναι ο εθνικός τραγουδιστής μας». Ο Καζαντζίδης ή ο Μπιθικώτσης; Μεταξύ μας, αν έπρεπε να πω υποχρεωτικά ένα όνομα, θα έλεγα ίσως η Μαρία Κάλλας ­ αλλά η Κάλλας «δεν μίλησε στην ψυχή του λαού», δηλαδή κανένας δεν πήγε μετανάστης στη Γερμανία τραγουδώντας «Λουτσία Λαμερμούρ», να το δεχθώ.

Παρ’ όλα αυτά αναρωτιέμαι ακόμη γιατί θα πρέπει να υπάρχει ένας εθνικός τραγουδιστής και όχι δέκα ή είκοσι πέντε, γιατί θα πρέπει να ενσωματώσουμε υποχρεωτικά «στον λαό του Στέλιου» κι εμάς, τους «φίλους του Τζορτζ» ή τους «θαυμαστές της Μαρίας» ή τους «ξετρελαμένους με τον Vangelis» ή τη σημερινή πιτσιρικαρία που ορκίζεται στο όνομα της Μαντόνα ή της Βικτόρια Μπέκαμ ή του Μπέκαμ του ίδιου.

Γιατί δηλαδή είμαστε όλοι υποχρεωμένοι να αποτελούμε μια ενιαία Ελλάδα, κοινής αισθητικής, κοινών προτιμήσεων, κοινών κωδίκων και κοινών βιωμάτων. Η διαφορά δεν είναι απειλή: είναι πλούτος. Πόσο μάλλον που δεδομένης της αριθμητικά κυρίαρχης άποψης ίσως η Ελλάδα αυτή κατέληγε ένας απέραντος παράδεισος μιζέριας, σαν μια ατέλειωτη εκπομπή του Τριανταφυλλόπουλου. Τι θα μας ξεχώριζε από αυτούς, αν δεν ήμασταν άλλοι;

Και αναρωτιέμαι ακόμη γιατί ο «λαός» πρέπει να είναι (σχεδόν εξ ορισμού) ένα σύνολο ολοκληρωτικής αντίληψης και μορφωτικής κακομοιριάς, παραδομένος σε ντέρτια, νταλκάδες, καημούς, λυγμούς, πίκρες ή παράπονα και όχι αφοσιωμένος σε σχέδια δημιουργίας, σε αισιόδοξες προοπτικές και σε σύγχρονα μονοπάτια. Δεν καταλαβαίνω δηλαδή γιατί ο δικός μας λαός οφείλει να πενθεί εκ γενετής ζώντας το άδικο μέσα από την κούνια του και όχι, ας πούμε, πολεμώντας το άδικο όπου το πετύχει.

Λογικά δεν υπάρχει εξήγηση. Υποψιάζομαι απλώς ότι η μιζέρια είναι απαραίτητη για να ανθίσει το εμπόριό της. Και ότι χωρίς εμπόριο δεν υπάρχουν έμποροι ούτε κέρδη. Ενας δυστυχισμένος λαός, βλέπετε, χρειάζεται και σωτήρες και οδηγούς και βάρδους της δυστυχίας του. Ενας ευτυχισμένος λαός δεν χρειάζεται παρά μόνο τον εαυτό του.

jpretenteris@dolnet.gr

Την δεκαετία του 1960

μεγαλούργησε το λαικό τραγούδι στην Ελλάδα.

Μπορούμε να πούμε πως περίπου ξεκίνησε στα μισά της δεκαετίας του 50 αφήνοντας πίσω του το λεγόμενο ρεμπέτικο και άντεξε μέχρι την δεκαετία του 70 τον μεγάλο πόλεμο που του έκαναν.

Ο Στέλιος Καζαντζίδης είναι σίγουρα ο ηγέτης χωρίς να παραγνωρίζουμε την προσφορά των Μανώλη Αγγελόπουλου , Στράτου Διονυσίου , Βαγγέλη Περπινιάδη , Σπύρου Ζαγοραίου , Πάνου Γαβαλά , Καίτης Γκρευ , Γιώτας Λύδια , Πόλυς Πάνου , Φωτεινής Μαυράκη , Ρίτας Σακελαρίου και πολλών άλλων που θα αναφέρουμε σε κάποια άλλη στιγμή.

Με μεγάλα τραγούδια σημαντικών συνθετών και στιχουργών δημιουργήθηκε αυτό το σύνολο κάποιων χιλιάδων τραγουδιών που ονομάζουμε λαικό τραγούδι και που απασχολεί ακόμη τούς Έλληνες παρά την υπερπαραγωγή ασμάτων της εποχή μας .

Θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε κλασικό τραγούδι η ίσως κλασικό λαικό τραγούδι και ενώ θα έπρεπε να είναι αντικείμενο μελέτης δεν έχει μελετηθή καθόλου γιατί ασχολούνται οι ειδικοί με το λεγόμενο ρεμπέτικο.

Η ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

image_32Τα τελευταία χρόνια, χωρίς να έχει πει τραγούδια που έγιναν επιτυχία, χωρίς να είναι της μόδας, χωρίς δημόσιες εμφανίσεις, εξορισμένος και πάλι από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς, με νέους αστέρες να κατακλύζουν τα ΜΜΕ, οι πωλήσεις των δίσκων του είναι πραγματικά εκπληκτικές και απλησίαστες!

Μία μόνο εταιρεία, η ΜΒΙ, που κυκλοφόρησε τους νέους δίσκους του, από το 1990 και μετά, πραγματοποίησε πωλήσεις που ξεπερνούν τα 800.000 αντίτυπα!! Χωρίς σουξέ!

Αν προσθέσει κανείς τις σταθερές πωλήσεις του κλασικού ρεπερτορίου του από την EMI-MINOS, τα δεκάδες χιλιάδες CD με δικά του τραγούδια που μοίρασαν τα περιοδικά και τα τραγούδια που έχουν περιληφθεί σε δεκάδες συλλογές, ο συνολικός αριθμός των αντιτύπων που πουλήθηκαν μόνο την τελευταία δεκαετία υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια!

ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ

Οταν είχαμε πάει με την Ελένη Βιτάλη στο Ισραήλ, πριν από μερικά χρόνια, το μόνο που μας ρώτησε ο νεαρός υπάλληλος που χειριζόταν το ασανσέρ του ξενοδοχείου ήταν «είναι καλά ο Καζαντζίδης;»!

Χωρίς μάρκετινγκ, διά χειρός ακροατών, η φωνή του Καζαντζίδη έφτανε παντού.

Θυμάμαι, πριν από πολλά χρόνια, στη Γερμανία, ταξιδεύοντας με οτοστόπ, γνώρισα ένα γερμανό συνταξιούχο αστυνομικό, που στα χρόνια της μαζικής μετανάστευσης υπηρετούσε στο τελωνείο. Αυτός μου είπε ότι στις αποσκευές των Ελλήνων, μαζί με τα απολύτως απαραίτητα ρούχα και σκεύη, οι τελωνειακοί συχνά έβρισκαν εικόνες της Παναγίας και σαρανταπεντάρια δισκάκια με τραγούδια του Καζαντζίδη!

«Λέγανε παλιά οι οικογένειες, πήγαινε γυναίκα να πάρεις φασόλια, ρεβίθια, λίγο ρύζι, αλλά πάρε και το δίσκο του Καζαντζίδη, αυτός που είχαμε τρύπησε πια, έλιωσε από το παίξιμο… Παίρνανε το δίσκο του Στέλιου μαζί με το φαΐ, ρε! Ο Καζαντζίδης ήτανε μέσα στις ανάγκες του κοσμάκη!” έλεγε ο Γιώργος Ζαμπέτας («Βίος και Πολιτεία», Ιωάννα Κλειάσιου, εκδ. «Ντέφι»).

αντζίδης με τη Μαρινέλλα!

image_25Αυτά τα τραγούδια έδεναν απολύτως με τα συναισθήματα των γονιών μας και με το περιβάλλον στην Κοκκινιά, όπου υπήρχε ζωντανή μια μικρή Μικρά Ασία, αυτάρκης. Με τα ωραία πλίθινα σπίτια και τις αυλές των λίγων τετραγωνικών, τα μπακάλικα, τους φούρνους και τους αργαλειούς, τους εμπόρους και τους μαστόρους πάσης φύσεως.

Στα ασπρισμένα πεζοδρόμια οι γιαγιάδες παίνευαν τη Σμύρνη, οι εργάτες συζητούσαν για την ΕΔΑ και οι πιτσιρικάδες έστηναν αυτοσχέδιες παραστάσεις Καραγκιόζη, με ένα παλιό σεντόνι, μεταχειρισμένα κεριά και χάρτινες φιγούρες του Μπαρμπα-Γιώργου και του Χατζατζάρη.

Αργότερα, όταν μετακινηθήκαμε στα μικροαστικά Πατήσια, στη δεκαετία που κατεδαφίζονταν οι μονοκατοικίες, το είδωλο του Καζαντζίδη μάς ακολούθησε, καθώς από τις σκαλωσιές των ανεγειρόμενων οικοδομών ξεχύνονταν στην οδό Λευκωσίας οι βαριές φωνές των μπετατζήδων που τραγουδούσαν φωναχτά τη «Μαντουμπάλα» και τη «Ζιγκουάλα». Μερικές απ’ αυτές τις φωνές τις άκουγε και ο Στέλιος ανηφορίζοντας την οδό Κνωσού για να πάει στην κυρία Γεσθημανή.

Ενας πρωθιερέας στα Ελευσίνια Μυστήρια…

«Σαν σήμερα (σ.σ. χθες) πριν από τρία χρόνια πέθανε ο σπουδαιότερος τραγουδιστής της μεταπολεμικής Ελλάδας, ο Στέλιος Καζαντζίδης, ή επί το προσφιλέστερο, ο Στελάρας. Ετάφη δε στην Ελευσίνα κι έκτοτε τείνει να γίνει ένα μυστήριο για το νεοελληνικό πολιτισμό, αφού χιλιάδες απλοί πολίτες εμμένουν στην ολκή του, ιδρύοντας ολοένα συλλόγους φίλων Στέλιου Καζαντζίδη.

Με το παρόν κείμενο, ούτε ρεπορτάζ κάνω ούτε μνημόσυνο. Ανοίγω την ψυχή μου και εξομολογούμαι: αν επτά άνθρωποι επηρέασαν τη ζωή μου, επτά σαμουράι, ένας απ’ αυτούς ήταν ο Στελάρας. Οχι τόσο γιατί τραγουδούσε για το λαό, όχι γιατί η τέλεια και τέλεια αισθησιακή, αδρή φωνή του βάζει ακόμη φωτιά στις πίστες και το διονυσιασμό μας, καθώς ήταν και είναι ο κύριος αγωγός μας απ’ την Ανατολή, όσο για τη μαγεία, στο άδυτο μιας καλλιτεχνικής περίπτωσης που κατόρθωσε ν’ ανοίγει την μπροστινή πόρτα προς την έκσταση, την άγρια χαρά, το χορό της φωτιάς.

Ακούγοντας το πρώτο του τραγούδι “Καλέ κοπέλα, για μπάνιο πάω κι αν θέλεις έλα” του Απ. Καλδάρα, σκας στα γέλια. Ακούγοντας όμως το “Γυρίζω από τη νύχτα” μένεις σύξυλος. Νιώθεις ότι πρόκειται περί πρωθιερέα στα ελευσίνια μυστήρια. Εκεί αποκαλύπτεται η ψυχή της Ελλάδας μ’ ανοιγμένα τα φτερά, χωρίς τεχνολογίες και μάρκετινγκ.

Τραγούδησε και πολλά μελό, αφού τραγούδησε πάνω από 1.000 τραγούδια. Ομως και σ’ αυτά φώτιζε κάτι. Είχε ανακαλύψει ένα νέο τρόπο τραγουδίσματος. Τον οποίο τελειοποιούσε συν τω χρόνω. Αυτό που απόπνεε τελικά ήταν η τελειότητα. Γι’ αυτό όποιος θαρρεί πως μπορεί να τον αγνοήσει, όταν μιλά για το μεταπολεμικό πολιτισμό μας, είναι αδαής έως ανοητούλης ή δρα εκ του πονηρού.

Κι ο ίδιος ήταν δέσμιος της εκπληκτικής φωνής του και του φαινομένου της περίπτωσής του. Συχνάκις η συμπεριφορά του ήταν δραματική έως αντιφατική. Ομως, επιτρέψτε μου να τον πω ελγίνειο και να τον τοποθετήσω δίπλα στη Μαρία Κάλλας. Μου ζήτησε να του γράψω τα τραγούδια της επιστροφής του. Παρ’ ό,τι τον λάτρευα και τον υποστήριζα απριόρι, δίστασα κι αρνήθηκα. Δεν ήθελα να νομίσουν ότι η υποστήριξή μου είχε ιδιοτελείς λόγους και στόχους.

Πάντα μου, όμως, δηλώνω ότι ο Καζαντζίδης με ενέπνευσε τα μέγιστα κι ότι το μικρό μου έργο είναι σιτεμένο στην αύρα του. Θα ήταν ύβρις να πω: αιωνία η μνήμη του. Παρ’ ότι κάποιοι τον θένε βαθιά στη λήθη. Τι να πεις για το φως, για το νερό, τον αέρα; Τα ίδια θα πω και για τον Στελάρα. Οσο υπάρχει Ελλάδα, αυτός θα είναι παρών κι όσο είναι αυτός παρών, θα υπάρχει Ελλάδα.

Δεν τον τίμησαν. Τον υποτίμησαν. Υπήρξαν κατώτεροί του, υφιστάμενοί του, τους συγχωρούμε. Ωριμάζοντας η ελληνική κοινωνία θα καταλάβει. Θα μεταλάβει. Κι όχι μόνο γιατί ήταν αυτός που είπε το τελειότερο “α” στον κόσμο, αλλά γιατί η φύση μέσω αυτού μας πήρε από το χέρι και μας στριφογύρισε στα επτά αετώματα της εκστατικότητας, που είναι αυτή η άυλη ύλη που δίνει νόημα στη ζωή μας».

Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝ

«Καλοκαίρι 1962. Αρχίζει να τραγουδάει ο Στέλιος… Τραγουδάει ο Στέλιος και ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Μου ‘φυγε το μπουζούκι απ’ τα χέρια, δεν ήξερα πώς να το κρατήσω, έμεινα να τον κοιτάω και ν’ ακούω… Μεγάλος, πολύ μεγάλος! Μεγάλη σημαία ο Καζαντζίδης . Οταν λέμε τη λέξη Καζαντζίδης τελειώνουν όλα…» έλεγε και πάλι ο Γιώργος Ζαμπέτας στη βιογραφία του.

Ο Καζαντζίδης έβαλε πολύ ψηλά τον πήχυ και τράβηξε το λαϊκό τραγούδι προς τα πάνω. Τον Καζαντζίδη άκουγαν στα όνειρά τους οι συνθέτες και οι στιχουργοί και πάνω του έγραφαν τα καλύτερα τραγούδια τους. Η έκταση της φωνής του, η ευχέρειά του να αρθρώνει σωστά τις δυσκολότερες λέξεις διατηρώντας τη μελωδία ακέραιη, η άνεσή του να διεισδύει, να συγκινεί και να ξαλαφρώνει την ψυχή του ακροατή, τον καταξίωσαν σαν τον ιδανικό ερμηνευτή.

ΤΑ ΜΜΕ

image_35Θα έλεγα μάλιστα ότι οι κατά καιρούς δημόσιες εκρήξεις του Καζαντζίδη επιβεβαίωσαν την εικόνα που έχουμε γι’ αυτόν. Οι δηλώσεις και οι αντιδράσεις του συχνά, είτε είχε δίκιο είτε άδικο, ήταν άτσαλες και άκομψες, σε σημείο που κλόνιζαν το κύρος του και τον εξέθεταν. Ισως, όμως, αυτή ακριβώς η αδεξιότητα διαχείρισης της δημόσιας εικόνας του να επιβεβαιώνει τον αυθορμητισμό του και την έλλειψη οποιασδήποτε επαφής με τον κόσμο της δημοσιότητας. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, η έκθεσή του στα φώτα της δημοσιότητας εξυπηρέτησε μόνο τους επαγγελματίες των μέσων, οι οποίοι τον έβγαζαν από το καβούκι του και τον παρέσυραν σε κακοτράχαλα μονοπάτια από τα οποία συνήθως η έξοδος ήταν τραυματική.

Ημασταν μαζί με τον Ακη Πάνου, στο στούντιο όπου ηχογραφούσε ο Καζαντζίδης για τους «Ρεπόρτερς» (ΕΡΤ). Εχω συμπράξει και έχω συμμετάσχει σε άπειρες ηχογραφήσεις τραγουδιών, με τους καλύτερους τραγουδιστές, αλλά η εμπειρία με τον Καζαντζίδη ήταν μοναδική. Οταν τελείωνε με την πρώτη εγγραφή το τραγούδι, κρύβαμε τον ενθουσιασμό μας, για να τον ακούσουμε να το ξαναλέει. Ο Ακης έκανε δήθεν υποδείξεις, κοιτώντας με με νόημα. Φαντασία!

Πριν τον κόψουν, ο Καζαντζίδης μας έλεγε ότι ήταν πολύ ευχαριστημένος που θα εμφανιζόταν στην τηλεόραση, με δημοσιογράφους που εμπιστευόταν. Ομως, η χαρά του δεν κράτησε πολύ, όχι γιατί ο Λιάνης και ο Δημαράς δεν τον αγαπούσαν, κάθε άλλο, αλλά γιατί, υπερτιμώντας τις δυνάμεις τους, τουλάχιστον δεν φρόντισαν να προετοιμάσουν έναν άσχετο με τα ΜΜΕ άνθρωπο για το τι τον περίμενε μετά!

Ο Αντρέας Κουμπούρας, ιδιοκτήτης της ταβέρνας θυμάται για τη συνάντηση

Κορυδαλλός, τρεισήμισι το μεσημέρι, έξω από την ταβέρνα του Κουμπούρα, πριν από λίγα χρόνια. Η κυκλοφορία έχει σταματήσει. Αφωνοι οι οδηγοί χαζεύουν δύο άντρες αγκαλιασμένους στη μέση του δρόμου: Είναι ο Στέλιος Καζαντζίδης και ο Ακης Πάνου. Φυλακισμένος ο δεύτερος… «Μα είναι δυνατόν;». Και όμως ήταν.

Αγνωστον πώς (το μυστικό το ‘χουν πάρει μαζί τους), ο Ακης Πάνου, ήδη χτυπημένος από την αρρώστια, κατάφερε να εκπληρώσει μια μεγάλη επιθυμία του: να δει για μια τελευταία φορά τον φίλο του το Στέλιο.
«Στέλιο σου ‘χω μια έκπληξη!», του είπε εκείνο το μεσημέρι ένας κοινός φίλος που σύχναζε στην ταβέρνα του Κουμπούρα, αγαπημένο στέκι του Καζαντζίδη. «Ο Ακης ήταν έξω, κρυμμένος σ’ ένα αυτοκίνητο», θυμάται ο Αντρέας Κουμπούρας. «Ο Στέλιος, περίεργος, βγαίνει απ’ την ταβέρνα και… παθαίνει πλάκα! Μετά από 5-10 λεπτά -ο κόσμος έξω είχε μείνει- ήρθαν μέσα κι έκατσαν. Ηταν σαν ο Ακης να ήθελε να εξομολογηθεί στο Στέλιο, σ’ όλους μας -ήμασταν 5-6 φίλοι. Το πρώτο πράγμα που είπε ήταν: “Αυτό που έκανα εγώ, οποιοσδήποτε από εσάς θα το είχε κάνει νωρίτερα…” Μας μίλησε για τον άντρα που πίστευε πως εκμεταλλευόταν την κόρη του».

Ο Στέλιος ζήτησε από τον Αντρέα και τη γυναίκα του τη Γιώτα να βάλουν τα 6 τραγούδια του Ακη που είχε ερμηνεύσει. «Η ζωή μου όλη…» «Κοιτάζονταν στα μάτα. Δάκρυσαν» Αργότερα, συζήτησαν και για τα τραγούδια της φυλακής που ο Πάνου προόριζε για τον Στέλιο…» Δεν έμελλε να τα τραγουδήσει ποτέ.
«Εφαγαν, ήπιαν κρασάκι, έμειναν 2-3 ώρες. Θυμόντουσαν τα παλιά, τις συνεργασίες τους. Ο Πάνου κάπνιζε σαν φουγάρο. Ο Στέλιος το είχε κόψει -το ξανάρχισε πρόσφατα, λίγο πριν αρρωστήσει».

Ο Στέλιος Καζαντζίδης την είχε αγαπήσει αυτήν την μικρή λαϊκή ταβερνούλα. Το μαγαζί άλλωστε είναι γεμάτο φωτογραφίες του – πάνω στα τεράστια κρασοβάρελα: ο Στέλιος ψαρεύει, ο Στέλιος παίζει μπαγλαμά, ο Στέλιος με τη Μαρινέλα… «Ζήτησε ο ίδιος να μπουν».

«Εδώ ήταν το καταφύγιο του τα τελευταία επτά χρόνια. Ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα. Τον τελευταίο χρόνο προτιμούσε να τρώμε παρέα τα μεσημέρια που είμαστε κλειστά», θυμάται η Γιώτα. «Αυτή ήταν η προσωπική του καρέκλα», μας δείχνει συγκινημένη μια διαφορετική, ξύλινη. «Την πήραμε ειδικά γι’ αυτόν. Στις άλλες δεν βολευόταν….».

Τα μεσημέρια συχνά τραγουδούσε. «Τα βράδια βέβαια κάναμε τρικούβερτα γλέντια. Οταν μαθεύτηκε ότι ερχόταν έγινε μπαμ. Από εδώ έδινε όλες του τις συνεντεύξεις τότε με τον Νικολόπουλο».

Τα βράδια τούς ζητούσε να βάζουν Cd. «Με τα δικά του τραγούδια. Καμιά φορά και με τούρκικα. Του άρεσαν πολύ. Οταν όμως τραγουδούσε, τρίζαν τα τζάμια των απέναντι. Την τελευταία Κυριακή πριν πεθάνει πήγαμε και τον είδαμε. Τον γυρίσαμε στο κρεβάτι και βόγγηξε. Ε, το βογγητό του ήταν σαν να στάζει μέλι από κερήθρα…»